Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ρίχνω
ρήμα μεταβατικό και αμετάβατο

1 lanciare, gettare, far cadere
2 [γκρεμίζω] abbattere
3 [πυροβολώ] sparare

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ρίχνομαι ριχτός  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


ρίχνω μια ματιά = dare un'occhiata


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---