Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


μαστίχα
ουσιαστικό θηλυκό

1 mastice (m)
2 [τσίκλα] gomma da masticare
3 [ποτό] tipo di liquore

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  μαστίτιδα μαστιχόδεντρο  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---