Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


λίγο  
επίρρημα

un po', poco έτσι είναι λίγο καλύτερα == così è, così sta, così va un po' meglio && είναι λίγο γκρινιάρης == è un po' brontolone && στάθηκα λίγο να κοιτάξω τη βιτρίνα == mi sono soffermato un po' a guardare la vetrina && σε λίγο == fra poco, tra breve && πριν από λίγο == poco fa λίγο λίγο == (a) poco a poco

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  λιγνός λιγόζωος  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


λίγο ήθελε να... = c'è mancato poco che... || σε λίγο = tra un po'


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---