Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


καλομιλώ  
ρήμα αμετάβατο

1 parla`re con dolce`zza
2 parla`re fluenteme`nte una li`ngua stranie`ra

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  καλομίλητος καλομοίρης  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---