Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


lòggia  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈlɔdʤa]

1 κοιλότητα
2 μασονική στοά
3 μικρή κοιλότητα
4 στοά
5 ανοιχτή στοά πάνω από αυλή


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  logaritmo loggiato  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Lodovico (κύρ.όν. αρσ.)
logaedico (επίθ.)
logaedo (ουσ αρσ )
logaritmico (επίθ.)
logaritmo (ουσ αρσ )
loggia (θηλ.ουσ)
loggiato (ουσ αρσ )
loggione (ουσ αρσ )
loggionista (ουσ αρσ και θηλ.)
logica (θηλ.ουσ)
logicamente (επίρ.)
logicismo (ουσ αρσ )
logicista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
logicità (θηλ.ουσ)
logico (επίθ.)
logistica (θηλ.ουσ)
logistico (επίθ.)
loglierello (ουσ αρσ )
loglio (ουσ αρσ )
logografia (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---