Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόcuriosàre
ρήμα αμετάβατο Προσφορά I.P.A.: [kurjoˈsare] 1 ψάχνω με περιέργεια 2 χώνω τη μύτη μου σε ξένες υποθέσεις permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |