Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


συστρέφω
ρήμα μεταβατικό

1 accucciarsi
2 aggrovigliare
3 attorcere
4 attorcersi
5 attorcigliare
6 attorcigliarsi
7 contorcere
8 storcere (vt)
9 stravisare (vt)
10 strizzare (vt)
11 torcere
12 voltare

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  συστρέφομαι συστροφή  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---