Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


μεγαλώνω
ρήμα μεταβατικό και αμετάβατο

1 ampliare
2 [ανατρέφω] allevare
3 [μεγαλοποιώ] esagerare
4 [intransitivo] crescere

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  μεγαλωμένος μεγάλως  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---