Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικόλιβανωτό
ουσιαστικό ουδέτερο variante di [λιβανωτός] λιβανωτός ουσιαστικό αρσενικό 1 adulazio`ne ~f~ 2 blandime`nto ~m~ 3 blandi`zia ~f~ 4 cortigianeri`a ~f~ 5 incensa`ta ~f~ permalink
Sfoglia il dizionarioΑ Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω
|
Ën piemontèis |