Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


λαϊκιστής  
ουσιαστικό αρσενικό

populi`sta $£

λαϊκίστρια
ουσιαστικό θηλυκό

femminile di [λαϊκιστής]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  λαϊκισμός λαϊκιστικός, (raro) λαϊκίστικος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---