Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


seminfermità  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [seminfermiˈta]

1 μερική αναπηρία
2 μερική ανικανότητα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  seminatura seminfermo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

seminato (επίθ.)
seminatoio (αρσ. επίθ και ουσ)
seminatore (αρσ. επίθ και ουσ)
seminatrice (θηλ.ουσ)
seminatura (θηλ.ουσ)
seminfermità (θηλ.ουσ)
seminfermo (αρσ. επίθ και ουσ)
seminifero (επίθ.)
seminterrato (ουσ αρσ )
seminudo (επίθ.)
semiografia (θηλ.ουσ)
semiologia (θηλ.ουσ)
semiologico (επίθ.)
semionda (θηλ.ουσ)
semiopaco (επίθ.)
semioscurità (θηλ.ουσ)
semioscuro (επίθ.)
semiosi (θηλ.ουσ)
semiotica (θηλ.ουσ)
semiotico (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---