Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


sèmi–  
πρόθεμα

Προσφορά I.P.A.: [ˈsɛmi]

ημι-


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  semestre semiacerbo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

semenzale (αρσ. επίθ και ουσ)
semestrale (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
semestralità (θηλ.ουσ)
semestralmente (επίρ.)
semestre (ουσ αρσ )
semi– (πρθμ.)
semiacerbo (επίθ.)
semianalfabeta (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
semianalfabetismo (ουσ αρσ )
semiaperto (επίθ.)
semiarco (ουσ αρσ )
semiasse (ουσ αρσ )
semiautomatico (επίθ.)
semiautomatizzato (επίθ.)
semibarbaro (αρσ. επίθ και ουσ)
semibiscroma (θηλ.ουσ)
semibreve (θηλ. επίθ και ουσ)
semibuio (αρσ. επίθ και ουσ)
semicadenza (θηλ.ουσ)
semicerchio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---