ItalianoGreco


Αποσαφήνιση

Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:
  • cìnema (ουσ αρσ ) arte della cinematografia
  • cinèma (ουσ αρσ ) tratto gestuale ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

cinèma  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ʧiˈnɛma]

το σινεμά, ο κινηματογράφος


permalink



Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z



---CACHE---