Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


μπουχτίζω
ρήμα μεταβατικό και αμετάβατο

1 rimpinzarsi
2 [αηδιάζω] essere stufo

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  μπουχός μπούχτισμα  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---