Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


pacchétto  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [pakˈketto]

το πακέτο


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  pacca pacchia  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ozonosfera (θηλ.ουσ)
pacare (ρ. μτβ.)
pacatezza (θηλ.ουσ)
pacato (επίθ.)
pacca (θηλ.ουσ)
pacchetto (ουσ αρσ )
pacchia (θηλ.ουσ)
pacchianata (θηλ.ουσ)
pacchianeria (θηλ.ουσ)
pacchiano (αρσ. επίθ και ουσ)
pacciame (ουσ αρσ )
pacciume (ουσ αρσ )
pacco (ουσ αρσ )
paccottiglia (θηλ.ουσ)
pace (θηλ.ουσ)
pachiderma (ουσ αρσ )
pachidermia (θηλ.ουσ)
pachidermico (επίθ.)
paciere (ουσ αρσ )
pacificabile (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---