Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


φωτογραφία
ουσιαστικό θηλυκό

fotografia, foto

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  φωτογραφείο φωτογραφίζω  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


η έγχρωμη φωτογραφία = fotografia [θηλ.] a colori || ασπρόμαυρη φωτογραφία = fotografia [θηλ.] in bianco e nero


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---